καλωσηρθατε

Καλωσήρθατε στο ιστολόγιο του Συλλόγου μας

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

ΟΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ


ΟΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΟΙ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ.
[Από τον Πρόεδρο της Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Εκπαιδευτικών Συλλόγων Σαρακατσαναίων Βουλγαρίας (Ο.Π.Ε.Σ.Σ.Β) κ. Μπλέτσα Γιάννη].

Κοινωνικά, οικονομικά και δημογραφικά θέματααπό την ζωή των Σαρακατσάνων στην Βουλγαρία από το 1958 μέχρι τις μέρες μας. Εδώ και χιλιάδες χρόνια στην Αρχαία Ελλάδα υπήρχε η νομαδική προβατοτροφία. Οι βοσκοί της εποχής εκείνης μετακινούνταν σε ορεινά μέρη το καλοκαίρι και ξεχειμάζανε στα παράλια ή στους κάμπους (στα χ’μαδγιά) και με τον τρόπο αυτό ακολουθούσαν τις φυσικές ανάγκες των ζώων. Αυτές οι νομάδες από βοσκούς είναι Σαρακατσάνοι, οι οποίοι στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα έχουν διασκορπιστεί σε ολόκληρη την Βαλκανική χερσόνησο. Μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα ο κόσμος για τους Σαρακατσάνους είναι ένας και αυτός για όλους - τα βουνά, ο κάμπος και τα καραβάνια κατά το πήγαινε-έλα από το ένα μέρος στο άλλο. Όμως κατά την περίοδο του πρώτου ήμισυ του εικοστού αιώνα η κοινωνικό-οικονομική ανάπτυξη των Σαρακατσάνων στην Ελλάδα και στην Βουλγαρία αρχίζει να παρουσιάζει ουσιώδεις διαφορές. Αυτές οι διαφορές βαθύνουν μετά το 1944 χρ. και προπάντων μετά το 1958 χρ. σαν αποτέλεσμα των αλλαγών που επέρχονται στα πολιτικά και οικονομικά πλαίσια της Βουλγαρίας. Μέχρι το 1954 υπήρχε ένα πολύ μικρό μέρος από τους Σαρακατσάνους, οι οποίοι είχαν αφήσει τον νομαδικό τρόπο ζωής. Το 1954 διάταξη του Υπουργικού Συμβουλίου της Βουλγαρίας υποχρεώνει τους Σαρακατσάνους να μπουν σε κολεκτιβιστικούς συνεταιρισμούς και συγχρόνως να εγκατασταθούν μονίμως, κάτι το οποίο σήμαινε το τέλος του τρόπου με τον οποίο μέχρι τότε ζούσαν. Όταν οι Σαρακατσάνοι συνειδητοποίησαν, ότι η γενική τάση των γεγονότων στην Βουλγαρία είναι μη αντιστρεφόμενη και επηρεάζει και αυτούς, ένα μέρος άρχισαν να πωλούν τα πρόβατα τους. Αλλά το έκαναν αναγκαζόμενοι από τα γεγονότα και τα πωλούσαν σε μη δίκαιη τιμή, πιο χαμηλή από την πραγματική τους αξία. Η πορεία του μαζικού κολεκτιβισμού έπεσε με όλο της το βάρος πάνω στους Σαρακατσάνους. Η βασική περιουσία και μέσο παραγωγής – τα πρόβατα - είχαν αρπαχθεί διά της βίας.§ Ένα μέρος από αυτά είχε αναγνωριστεί σαν εισιτήρια δόση για την εισαγωγή τους στον συνεταιρισμό, η οποία δεν υπόκειται σε επιστροφή; § άλλο μέρος είχε κρατηθεί σαν υποχρεωτική δόση η οποία υπόκειται σε επιστροφή , όταν το πρόσωπο εγκαταλείψει τον συνεταιρισμό;§ τα υπόλοιπα πρόβατα συμπεριλαμβάνονταν στην λεγόμενη συμπληρωματική δόση, η οποία ουσιαστικά χορηγούσε πίστωση στους συνεταιρισμούς. Για την δόση αυτή οι ιδιοκτήτες της έπαιρναν χρεόγραφα. Μεγάλες ήταν η οικονομικές ζημιές που έπαθαν οι Σαρακατσάνοι.Όμως το πιο τρομερό ήταν το ότι έγινε ένα βιοτικός αφανισμός του λαού των Σαρακατσάνων, οι οποίοι ζούσαν στην Βουλγαρία. Η επίδραση στις κοινωνικό-οικονομικές σχέσεις ήταν τεράστια, και ακόμη πολύ μεγαλύτερη ήταν στις πολιτιστικές τους σχέσεις. Για αυτούς τότε ήταν το τέλος του κόσμου. Πολλά θλιβερά τραγούδια έχουν δημιουργηθεί από τις καρδιές των σαρακατσάνων για αυτά τα σκληρά χρόνια. Πιο κάτω παρουσιάζω μερικούς στίχους από ένα τέτοιο τραγούδι το οποίο δείχνει τι φώλιαζε τότε μέσα στις ψυχές τους:
Ακούσηταν τι γίνεκαι
Φέτο το καλοκαίρι
Ρίμαξαν στρούγγες κι μπαντζά
Τα βλάχικα κουπάδγια
Κι νια βλαχούλα όμορφη
Πικρή κατάρα λέει Πρατάκια μου, πρατάκια μου Κι καλοτιραμένα
Νάνε το γάλα σας πικρό
Φαρμάκι το κρεγιάσι Να φαρμακός τι βουργαργιά …..
Οι Σαρακατσάνοι πάντα θεωρούσαν το βουνό για σπίτι τους. Το ξεχείμασμα στον κάμπο ήταν προσωρινή διαμονή. Με ανυπομονησία περίμεναν την άνοιξη για να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Αυτό το αίσθημα συνδέεται με της ανάγκες των προβάτων και μετά, όταν τα προβάτα δεν υπήρχαν οι Σαρακατσάνοι συνέχισαν να θεωρούν το βουνό βασική αξία και εγκαθίστανται στα βουνά ή στους πρόποδες τους. Με τα πενιχρά μέσα τα οποία απόκτησαν οι σαρακατσάνοι αγόρασαν σπίτια, καθ΄όσον σχετικώς μεγάλες ομάδες εγκαθίστανται σε μιά κατοικημένη περιοχή, κοντά στα μέρη όπου τους βρήκε ο κολεκτιβισμός.Εν συνεχεία κατά τις δεκαετίες του εβδομήντα και ογδόντα οι Σαρακατσάνοι σε συμπαγές ομάδες εκτελούν νέες μετοικήσεις. Ο χάρτης που παρουσιάζω πιο κάτω δείχνει την παρούσα κατάσταση στην Βουλγαρία. Σε αυτό υποδεικνύονται 28 κατοικημένοι χώροι, όπου σήμερα ζει σαρακατσάνικος πληθυσμός. Αμέσως μετά την εθνικοποίηση οι Σαρακατσάνοι απευθείας από τις καλύβες στάλθηκαν να εργάζονται στους συνεταιρισμούς. Οι άντρες πέταξαν τις σαρακατσάνικες ενδυμασίες, όμως οι γυναίκες, οι οποίες με σκληρή χειρωνακτική εργασία τις είχαν φτιάξει, τις φορούσαν ακόμη.Mερικές ηλικιωμένες γυναίκες συνέχισαν μέχρι το τέλος του εικοστού αιώνα να φέρουν τα αρακατσάνικα ενδύματα. Μέχρι τα μέσα του ογδόντα στους σαρακατσάνικους γάμους οι γυναίκες από την παλιά και μέση γενεά φορούσαν παραδοσιακά ενδύματα. Οι σαρακατσάνοι αργά και βαθμιαίως οπισθοχωρούσαν από τον δικό τους υλικό πολιτισμό και αποδέχονταν αυτό που χαρακτήριζε τον βασικό πληθυσμό. Οι γάμοι, οι οποίοι τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης γίνονταν με καθαρές σαρακατσάνικες τελετές, επίσης άρχισαν να υφίστανται τελετουργικές αλλαγές. Κατά την διάρκεια μερικών δεκαετιών εισάγονταν στοιχεία από τον γάμο του βουλγάρικου πληθυσμού και βαθμιαίως δημιουργήθηκαν τελετές με διαρκείς καθιερωμένα στοιχεία και από τους γάμους του βουλγαρικού πληθυσμού και από την τελετουργία του σαρακατσάνικου γάμου. Βαθμιαίως οι νέοι σαρακατσάνοι άρχισαν να φθάνουν σε πιο ψηλά σκαλοπάτια της μορφωτικής και επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Τρεις δεκαετίες μετά την βιοτική τους αφάνιση, έφθασαν και ξεπέρασαν το μέσο βιοτικό επίπεδο της χώρας.Βασική ιδιαιτερότητα είναι, ότι τα χρόνια μετά το 1958, πάντοτε όταν ευρίσκονται σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, οι σαρακατσάνοι επέστρεφαν πίσω στην δική τους ασχολία - την προβατοτροφία, η οποία είναι μέρος του πολιτισμού και της ιστορίας τους, και η οποία έκανε ρίζες στην ψυχολογία τους και τον τρόπο ζωής. Το πιο βασικό και μοναδικό περιβάλλον διατήρησης της γλώσσας, των εθίμων και του πολιτισμού σε αυτήν την περίοδο τριάντα ετών από το 1958 μέχρι το 1989 έμεινε η οικογένεια. Συγχρόνως με αυτό στις κατοικημένες περιοχές, όπου οι σαρακατσάνοι ήταν πολύ περισσότεροι σε αριθμό παρουσιάζεται μια πιο μεγάλη ανάπτυξη της γλώσσας, των εθίμων και της λαογραφίας. Στις κατοικημένες περιοχές, όπου διέμεναν μεμονωμένες οικογένειες, αυτές σχεδόν αφομοιώθηκαν. Κατά την περίοδο από το 1958 μέχρι το 1989 οι σαρακατσάνοι υποδείκνυαν την λαογραφία τους μόνο σε γάμους και σε οικογενειακές τελετές.Πουθενά στα μέσα μαζικής επικοινωνίας και στην κοινωνική ζωή δεν αναφερόταν το σαρακατσάνικο έθνος. Οι συνθήκες, που υπήρχαν ανάγκαζαν πολλούς από τους Σαρακατσάνους να κρύβουν την καταγωγή τους. Ένα μέρος εσκεμμένως και σκοπίμως άλλαζαν τα επώνυμα τους θεωρώντας, ότι αυτά εμπόδιζαν την επαγγελματική και κοινωνική τους σταδιοδρομία. Είναι κωμικό, το ότι έχουν αλλαχθεί επώνυμα τα οποία συναντιούνται και στους ίδιους τους Βούλγαρους. Αυτή η τάση να μην γράφονται οι νέοι με τα παραδοσιακά επώνυμα συνεχίζεται και σήμερα. Όμως τα επώνυμα είναι μέρος από τα γνωρίσματα, μέρος από την πολιτιστική οντότητα των Σαρακατσάνων και δεν πρέπει να αφήνονται. Κατά την νομαδική περίοδο η ενδογαμία χαρακτήριζε την ζωή του σαρακατσάνικου έθνους. Μετά που πέρασαν στον καθιστικό τρόπο ζωής, αναπόφευκτα παρουσιάστηκαν και οι μικτοί γάμοι στις σαρακατσάνικες οικογένειες. Αν και υπήρχε η απαρέσκεια, έτσι κι’ αλλιώς θεωρείτο, ότι το φαινόμενο αυτό ήταν προκαθωρισμένο. Και τότε έβγαλαν το συμπέρασμα: «Φου άρχισαν κι παίρνουν βουργάρ’ θα χαλάς το βλαχ’κο» (Εφ’ όσον άρχισαν να παντρεύονται με τους Βούλγαρους, θα χαλάσει τα σαρακατσάνικο). Πιο-αποδεχτό θεωρείτο κορίτσι από σαρακατσάνικη καταγωγή να παντρευτεί με Βούλγαρο, από ότι να μπει νύφη Βουλγάρα σε σαρακατσάνικη οικογένεια. Η λογική της γενικής αυτής γνώμης ήταν, ότι η σαρακατσάνα θα ξέρει την βουλγαρική γλώσσα και πιο εύκολα θα συνηθίσει με την νέα οικογένεια, ενώ η Βουλγάρα δεν ξέρει την σαρακατσάνικη γλώσσα και ολόκληρη η οικογένεια θα υποχρεούται να μιλά στα βουλγάρικα. Εκτός τούτου δεν γνωρίζει τα έθιμα και επίσης θεωρείτο, ότι η νύφη Βουλγάρα δεν θα περιποιείται τους ηλικιωμένους γέρους όπως η σαρακατσάνα. Ολοκληρώνοντας μπορούμαι να πούμαι, ότι μετά το 1958 οι Σαρακατσάνοι αποδεικνύοντας την απόλυτη τους ζωτικότητα και ανθεκτικότητα, δεν αφομοιώθηκαν, διατήρησαν την γλώσσα και την εθνοπολιτιστική τους οντότητα, καθ’όσον συγχρόνως ολοκληρώθηκαν οικονομικά με την βουλγάρικη κοινωνία. Μετά το 1989 όταν στην Βουλγαρία διεξήχθη αλλαγή του πολιτικού συστήματος, οι Σαρακατσάνοι εκ νέου επιβίωσαν πολύ δύσκολα χρόνια. Κατά τη περίοδο της αλλαγής της οικονομική σύνθεσης, η ανεργία κτύπησε τους Σαρακατσάνους - γύρω στο 80% έμειναν χωρίς δουλειά. Ένεκα της αιτίας αυτής και ένεκα της δυνατότητας να παίρνουν πιο μεγάλες αμοιβές, από το 1990 οι Σαρακατσάνοι άρχισαν να εργάζονται εποχιακά στην Ελλάδα.Η κατάσταση αυτή διευκολύνθηκε ακόμη περισσότερο με την απόλυτη δυνατότητα την οποία απόκτησαν το 1998 χρ. να παίρνουν ετήσιες πολλαπλές βίζες. Και τώρα πάνω από το 50% από τις σαρακατσάνικες οικογένειες διατρέφονται βασικά από την εργασία στην Ελλάδα. Όμως και οι περισσότεροι από αυτούς που άρχισαν να ασχολούνται με ιδιόκτητες επιχειρήσεις εκτελούν δραστηριότητες πάλι με την Ελλάδα. Το κοινωνικό Στατούτο των Σαρακατσάνων κατά τα χρόνια μετά τις αλλαγές αρχίζει να ανυψώνεται. Στα κατοικημένα μέρη, όπου ζουν Σαρακατσάνοι, η κοινωνία αισθάνεται την ωφέλεια από αυτούς. Εκεί, σε αυτές τις κοινότητες είναι η κινητήρια δύναμη των μικρών και μέσων επιχειρήσεων. Δεν παρουσιάζονται σαν κοινωνικό βάρος, αλλά σαν πόρος για την κοινωνία. Εξετάζοντας την περίοδο μετά το 1989 χρ. δεν μπορούμε να μην δώσουμε την αναγκαία σημασία στην οργάνωση των Σαρακατσάνων στην Βουλγαρία. Ακριβώς ο οργανωτικός χαρακτήρας της ζωής των Σαρακατσάνων ήταν στην βάση σειράς αποκτημάτων - κοινωνικών, ακαδημαϊκών, πολιτιστικών και ηθικών. Ιδρυθείσα πριν 15 χρόνια, έδωσε μια κατηγορηματική συμβολή για την αναγέννηση και διατήρηση του σαρακατσάνικου έθνους στην Βουλγαρία. Πάρα πολλοί ισχυρίζονται, ότι η μαζική συμμετοχή σε αυτή οφείλεται στην δυνατότητα να δίδονται βίζες. Αυτό πράγματι έτσι είναι και επίσης δεν είναι λίγος ο αριθμός των συμφεροντολόγων. Παρ’ όλα αυτά ο ρόλος των βιζών είναι εξαιρετικός- ένεκα της δυνατότητας αυτής χιλιάδες κόσμος συμμετείχαν στα πολιτιστικά και μορφωτικά προγράμματα της Ομοσπονδίας, συνενώθηκαν εκ νέου με το έθνος τους, επέστρεψαν στις ρίζες τους, έμαθαν να διαβάζουν και να γράφουν στην μητρική τους γλώσσα και βοηθηθήκαν οικονομικώς σε πολύ δύσκολα χρόνια. Η εθνική οντότητα του ανθρώπου δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της αιματικής καταγωγής. Κάθε εθνική οντότητα είναι αποτέλεσμα της πολιτιστικής συνένωσης με το έθνος. Αν κάποιος ανήκει εξ αίματος σε κάποια ομάδα, όμως δεν μιλά την γλώσσα και δεν ζεί τον πολιτισμό της ομάδας και δεν τον διαδίδει στους απόγονους του, αυτό σημαίνει, ότι το άτομο αυτό έχει αφομοιωθεί. Αναφέρω αυτά για να υπογραμμίσω τον ρόλο της Ομοσπονδίας. Η πορεία της πολιτιστικής αναγέννησης του σαρακατσάνικου έθνους μετά το 1989 χρ. είναι εξαιρετικά πλούσια σε γεγονότα και χαρακτηρίζεται με μεγάλη συμμετοχή των Σαρακατσάνων της Βουλγαρίας. Σε δεκάδες πόλεις και χωριά ιδρύθηκαν χορευτικά συγκροτήματα, όπου τα παιδιά μάθαιναν τους χορούς, τραγουδούσαν τα τραγούδια και φορώντας τα παραδοσιακά ενδύματα των μητέρων και γιαγιάδων, έδειχναν σε ολόκληρη την χώρα μιαν άγνωστη λαογραφία η οποία πηγάζει από την αρχαιότητα. Το πιο βασικό στοιχείο της πνευματικής ζωής του έθνους παρουσιάζεται στο εθνικό αντάμωμα, το οποίο διεξάγεται κάθε χρόνο. Το αντάμωμα έχει δυνατή κοινωνική αντανάκλαση και βασική συμβολή για γνωριμία των σαρακατσάνων από το υπόλοιπο μέρος του πληθυσμού. Η Ομοσπονδία πλήρως πραγματοποίησε την αποστολή της για πολιτιστική συνένωση προς το έθνος κάθε ατόμου. Τα πρώτα χρόνια η Ομοσπονδία προχώρησε στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας από τα παιδιά. Η πορεία πήρε ώθηση το 1999, όταν χάρη της προσπάθειας εκ μέρους της Ομοσπονδίας, το Υπουργείο Παιδείας της Βουλγαρίας επικύρωσε δύο αναγνωστικά εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας σαν μητρικής. Το ακαδημαϊκό επίπεδο των Σαρακατσάνων τα τελευταία χρόνια συνεχίζει να σημειώνει σοβαρή αύξηση. Η Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών δίνει στοιχεία βάση των οποίων, όσον αφορά το μορφωτικό επίπεδο, οι σαρακατσάνοι έχουν ξεπεραστεί μόνο από τους Εβραίους και τους Αρμένιους και είναι μπροστά από του Βούλγαρους και τις άλλες μεγάλες εθνικές ομάδες. Η ανύψωση του ακαδημαϊκού επίπεδου των Σαρακατσάνων από την πλευρά της δίδει την δυνατότητα για πιο-καλύτερη επαγγελματική και κοινωνική σταδιοδρομία. Όμως ο αριθμός αυτών που ασχολούνται με διανοητική εργασία και τώρα παραμένει χαμηλός, ένεκα του γεγονότος, ότι δεν αμείβονται ικανοποιητικά. Το πρόβλημα των αποζημιώσεων για την παράνομη αρπαγή των προβάτων ήταν βασικό κοινωνικό πρόβλημα με το οποίο ασχολείθηκε η Ομοσπονδία. Για την πιο-παλιά γενεά το πρόβλημα αυτό είχε όχι μόνο υλική αλλά και ηθική διάσταση - το Κράτος να αναγνωρίσει τον βιοτικό αφανισμό στον οποίο είχε υποβληθεί ο λαός αυτός στα χρόνια του εξήντα.Οι Κρατικές αρχές άνοιξαν τα αρχεία της πρώην Αστυνομίας της περιόδου 1954-1958 χρ. και καθόρισαν τον αριθμό των 135 χιλιάδων πρόβατων τα οποία εθνικοποιήθηκαν από τους Σαρακατσάνους. Με την έρευνα η οποία διεξήχθη από την Ομοσπονδία ο αριθμός τον οποίον δήλωσαν οι Σαρακατσάνοι ήταν 176 χιλιάδες.Έχοντας υπόψη, ότι ένα μέρος από τα πρόβατα, τα οποία είχαν οι σαρακατσάνοι πρωτύτερα είχαν πωληθεί, μπορούμε με ψηλό βαθμό αξιοπιστίας να θεωρούμε, ότι κατείχαν όχι περισσότερα από 200 χιλιάδες πρόβατα.Οι Σαρακατσάνοι παρέλαβαν σαν αποζημίωση αξιόγραφα, τα οποία εξαργύρωσαν σε αξία 20% από την ονομαστική αξία. Χωρίς αμφιβολία, δεν πήραν δίκαιη και ισοδύναμη αποζημίωση. Η ίδρυση της οργάνωσης των Σαρακατσάνων έκανε δυνατό να παρθούν και άλλα αξιόπιστα στοιχεία για τους σαρακατσάνους στην Βουλγαρία. Σε πρώτη θέση βρίσκεται το πρόβλημα, όσον αφορά τον αριθμό τους. Το 1910 χρ. Βούλγαροι επιστήμονες υποδεικνύουν τον αριθμό 4690 άτομα. Όμως συμπληρώνουν, ότι ο αριθμός των σαρακατσάνων αλλάζει δια μέσο των χρόνων, επειδή κατά την απογραφή ορισμένος αριθμός σαρακατσάνων ευρισκόταν σε ελληνικά και τουρκικά εδάφη και επίσης ένεκα της ανάμειξης τους με Βλάχους και με άλλες εθνικότητες. Όπως είναι γνωστό οι Σαρακατσάνοι της Βουλγαρίας ονομάζονται μεταξύ τους «Βλάχος». Οι γονείς μας και οι παππούδες μας λέγανε « Όταν ήμασταν βλαχιά», το οποίο σήμαινε: «όταν ζούσαμε νομαδική ζωή με τα πρόβατα και ζούσαμε σε καλύβες». Όμως αυτοί, οι οποίοι ουδέποτε είχαν διαβάσει βιβλία και υποθέσεις, πάντα πίστευαν, ότι δεν έχουν τίποτα το κοινό με τους βλάχους, όπως προσπαθούν κάποιοι επιστήμονες να μας παρουσιάσουν, ένεκα άγνοιας ή εκ προμελέτης.
Σύνολο αριθμού Σαρακατσάνων Κεντρικής και Ανατολικής Βουλγαρίας = 10 800 άτομαΣύνολο αριθμού Σαρακατσάνων Δυτικής Βουλγαρίας = 2 200 άτομαΣύνολο αριθμού Σαρακατσάνων Βουλγαρίας = 13 000 άτομα Εδώ ο αριθμός των Σαρακατσάνων υποδεικνύεται βάση των σωματείων, το οποίο σημαίνει και βάση των κατοικημένων χώρων, όπου ζουν οι Σαρακατσάνοι. Οι γραμμένοι στα σωματεία κατά το τέλος του 2000 χρ. είναι συνολικός 11 293 άτομα από τα οποία 9 014 ζουν στην Κεντρική και Ανατολική Βουλγαρία και 2 279 στην Δυτική Βουλγαρία. Επειδή δεν συμπεριλαμβάνονται όλα τα άτομα, εγώ έκανα συμπληρωματική έρευνα για να δω πόσα άτομα δεν έλαβαν μέρος σε αυτά τα στατιστικά. Αποδείχτηκε, ότι στην χώρα έχει ακόμη 1700 άτομα, ή μέσο όρο ακόμη 15%. Έτσι ο αριθμός των Σαρακατσάνων στην Βουλγαρία ανέρχεται στις 13 000 άτομα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και 1200 μη Σαρακατσάνοι οι οποίοι αποτελούν συζύγους σε μικτούς γάμους. 1800 είναι τα παιδιά μικτών γάμων.Όμως ποιες είναι οι ουσιαστικές αιτίες να παρουσιάζονται τόσο δραστικές παρεκκλίσεις από τον πραγματικό αριθμό 13 000. Ενδιαφέρον αποτελεί η εξήγηση των αποτελεσμάτων από την επίσημη καταμέτρηση του πληθυσμού.§ Κατά την διάρκεια της καταμέτρησης μέρος του βασικού ικανού προς εργασία πληθυσμού Σαρακατσάνοι απουσιάζει, διότι ευρίσκεται για απασχόληση στην Ελλάδα. Έτσι πολύ συχνά οι καταμετρητές παίρνουν συνέντευξη από ηλικιωμένα άτομα, τα οποία υπογράφουν χωρίς λεπτομερώς να εξετάσουν το φυλλάδιο καταμετρήσεως. § Μερικές οικογένειες Σαρακατσάνοι εθελοντικά εγγράφονται σαν Βούλγαροι, αφού θεωρούν, ότι με τον τρόπο αυτό, θα είναι καλύτερα γι’ αυτούς και τα παιδιά τους.§ Ένα άλλο πιο-μικρό μέρος γράφεται σαν Έλληνες. § Οι καταμετρητές χρησιμοποιούν ακόμη μία λεπτή μέθοδο, η οποία λιγοστεύει τον αριθμό εκείνων που γράφτηκαν Σαρακατσάνοι. Το δελτίο καταγραφής συμπληρώνεται με μολύβι με το πρόσχημα, να μην γίνει λάθος. Με το τρόπο αυτό στο τέλος της συνέντευξης υπογράφεται δελτίο συμπληρωμένο με μολύβι, κάτι το οποίο ισοδυναμεί με υπογεγραμμένο κενό δελτίο. Σαν αποτέλεσμα όλων αυτών βγαίνουν αριθμοί, οι οποίοι δείχνουν από δυόμισι μέχρι τρεις φορές πιο χαμηλά αποτελέσματα από τα πραγματικά. Οι άντρες και οι γυναίκες της εθνικότητας των Σαρακατσάνων στην Βουλγαρία είναι σχεδόν διαμερισμένοι εξίσου – 50 με 50 τοις εκατόν. Σαν αποτέλεσμα της αποδημίας των Σαρακατσάνων στις πόλεις, οι οποίες προτιμώνται σαν μέρος κατοικίας με πιο-καλές δυνατότητες για επαγγελματική δραστηριότητα, εκπαίδευση και γενικώς για μια πιο καλύτερη ζωή, σήμερα πάνω από το 70% των Σαρακατσάνων ζει στις πόλεις.43 % από όλους τους Σαρακατσάνους ζουν στον νομό Σλίβεν. Ένεκα του λίαν περιορισμένου χρόνου δεν ήταν δυνατό να συμπεριλάβω ολόκληρη την πολυμορφία των γεγονότων, των αλλαγών και των προκλήσεων που συνδέονται με την ζωή των Σαρακατσάνων για μια σύντομη, όμως πολυκύμαντη περίοδο. Το τέλος της κοινωνικής απομόνωσης της σαρακατσάνικης εθνικότητας μετά το 1958 οδήγησε στην αλλαγή του υλικού τους πολιτισμού και τους έκανε πολύ πιο-τρωτούς όσον αφορά την γλώσσα και τον πολιτισμό τους. Όμως, παρ’ όλα αυτά, έδειξαν εξαιρετική ανθεκτικότητα κατά τις κρίσιμες στιγμές και ελαστικότητα μέσα σε συνθήκες δυναμικών αλλαγών. Χάρις εις αυτό, μπήκαν στον εικοστό πρώτο αιώνα με διαφυλαγμένη εθνική οντότητα, γλώσσα, ολόκληρο τον πλούτο του πολιτισμού. Και με περηφάνια, η οποία πηγάζει από το ιστορικό παρελθόν, την αγάπη προς τις ρίζες και την πίστη, ότι θα αντεπεξέλθουν στις νέες ακόμη πιο μεγάλες προκλήσεις μέσα στην παγκοσμιότητα του κόσμου.Σε ένα κόσμο, στον οποίο παρασυρόμενοι από την επιδίωξη του υλισμού, μόνο από αυτούς θα εξαρτάται να μην ξεχάσουν το πνευματικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου